Βιοαπόβλητα: πώς λύνεται ένα δύσοσμο ζήτημα

Αποτελεσματική διαχείριση χαμηλότερου κόστους με χωριστή συλλογή

(Μαρία Βιτωράκη, χημικός μηχανικός MSc)

Τα οργανικά απόβλητα (ή αλλιώς βιοαπόβλητα), δηλαδή τα απόβλητα τροφίμων από σπίτια, εστιατόρια, ξενοδοχεία, σχολεία, νοσοκομεία καθώς και τα πράσινα υλικά από κήπους και πάρκα/δημόσιους χώρους, είναι περίπου το 40-60% των απορριμμάτων στη χώρα μας, και αποτελούν ένα δυσεπίλυτο και αρκετά «δύσοσμο» θέμα για τις τοπικές και περιφερειακές αρχές.

Υπολογίζεται ότι κάθε χρόνο, στην Ελλάδα, παραπάνω από 2 εκατομμύρια τόνοι βιοαποβλήτων οδηγούνται σε ΧΥΤΑ (ή, πολύ χειρότερα, σε ΧΑΔΑ) ενώ μόνο το 1-3% των παραγόμενων βιοαποβλήτων μετατρέπεται σε χρήσιμο κομποστ1. Η χώρα μας έχει αποτύχει να εκπληρώσει τους στόχους εκτροπής τους από τους χώρους υγειονομικής ταφής, και θα συνεχίσει να αποτυγχάνει αν δεν αλλάξει η διαχείριση.

Τα βιοαπόβλητα, τόσο εξαιτίας της μεγάλης ποσότητας τους όσο και λόγω των ποιοτικών χαρακτηριστικών τους (ζυμώσιμα και εύκολα αποικοδομήσιμα) είναι σημείο κλειδί για την αλλαγή της συνολικής διαχείρισης. H πρόληψη και χωριστή συλλογή βιοαποβλήτων θα αλλάξει δραματικά τη συνολική εικόνα διαχείρισης απορριμμάτων στην Ελλάδα.

Τα βιοαπόβλητα είναι σημείο κλειδί για τη συνολική διαχείριση γιατί:
  • τα οργανικά απόβλητα όταν αποτελούν χωριστό ρεύμα (με διαλογή στην πηγή και χωριστή συλλογή), μπορούν σχετικά εύκολα και σύντομα να μετατραπούν σε υψηλής ποιότητας κομπόστ, ή σε βιοαέριο, μέσα από επεξεργασία σε μονάδες κομποστοποίησης ή αναερόβιας ζύμωσης.
  • αν επιτευχθεί η χωριστή συλλογή τους, μειώνονται τα συνολικά κόστη διαχείρισης, ενώ τα κόστη συλλογής, μεταφοράς αυξάνονται ελάχιστα, σύμφωνα με υπολογισμούς όχι παραπάνω από 5 ευρώ ανά κάτοικο ετησίως2. Σε κάθε περίπτωση, μειώνεται η συχνότητα συλλογής των υπολειμμάτων από την παρούσα – καθημερινή – βάση σε δύο ή τρεις φορές την εβδομάδα (ανάλογα με την περιοχή και την εποχή). Συγχρόνως αναβαθμίζεται ουσιαστικά η ποιότητα των συλλεγόμενων ξηρών ανακυκλώσιμων υλικών (χαρτί, πλαστικά, μέταλλα, γυαλί). Επιπλέον, μειώνεται και το κόστος επεξεργασίας τους – ιδίως όταν προτιμηθεί η δημοτική/διαδημοτική κομποστοποίηση αλλά και η κομποστοποίηση σε κεντρικές (περιφερειακές) μονάδες, ενώ αυξάνονται τα έσοδα από τη διάθεση του παραγόμενου – καλής ποιότητας – κομποστ και των ξηρών ανακυκλώσιμων.

Υπάρχουν ωστόσο αρκετά ερωτήματα για το αν είναι εφικτό να εφαρμοστούν προγράμματα χωριστής συλλογής βιοαποβλήτων σε μεγάλες πόλεις όπως για παράδειγμα η Αθήνα, συνδυάζοντας κριτήρια οικονομικής και οικολογικής βιωσιμότητα καθώς και κοινωνικής αποδοχής. Ποια είναι τα κυριότερα προβλήματα που πρέπει να ξεπεραστούν και ποιοι οι παράγοντες επιτυχίας;

Μαθαίνοντας από την εμπειρία άλλων

Αξίζει ίσως εδώ να αναφερθούμε σε ορισμένα καλά παραδείγματα πόλεων που κατάφεραν σε σχετικά μικρό διάστημα να αλλάξουν τη διαχείριση των βιοαποβλήτων με ζηλευτά αποτελέσματα.

1. Η περίπτωση της Πάρμας (Ιταλία)3

Η Πάρμα, στη Β. Ιταλία, μια αρκετά εύπορη και πυκνή πόλη 190.000 κατοίκων, είναι το ζωντανό παράδειγμα γρήγορης μετάβασης στη στρατηγική μηδενικών αποβλήτων.

Το 2012, όταν ξεκίνησε το πρόγραμμα zero waste, η ετήσια παραγωγή απορριμμάτων ήταν 636 κιλά ανά κάτοικο, ένα από τα υψηλότερα στην Ευρώπη. Με ποσοστό χωριστής συλλογής ξηρών ανακυκλώσιμων περίπου 48%,  τα υπολείμματα που προέκυπταν (για καύση ή ταφή) ήταν περίπου 313 κιλά ανά κάτοικο. Έως το 2014, η συλλογή των ανακυκλώσιμων υλικών γινόταν – περίπου όπως στην Αθήνα – με κεντρικούς κάδους στις γειτονιές, δεν εφαρμοζόταν χωριστή συλλογή βιοαποβλήτων, ενώ η συλλογή πόρτα-πόρτα ήταν πολύ περιορισμένη.

Το 2014, ξεκίνησε η χωριστή συλλογή βιοαποβλήτων – από το κέντρο της πόλης και όχι από τα προάστια (όπως συνηθίζεται) – με το σύστημα πόρτα-πόρτα. Οι δύο αυτές μεγάλες μεταρρυθμίσεις (χωριστή συλλογή πόρτα-πόρτα) έδωσαν ώθηση στον συνολικό μετασχηματισμό του τρόπου διαχείρισης!

Από το 2015, όλες οι περιοχές της πόλης έχουν χωριστή συλλογή τεσσάρων ρευμάτων, χαρτί-χαρτόνι, ελαφρές συσκευασίες (μέταλλα, πλαστικά), βιοαπόβλητα και υπολείμματα, ενώ η συλλογή τους πραγματοποιείται πόρτα-πόρτα. Εξαίρεση αποτελεί το γυαλί που συλλέγεται σε κεντρικούς κάδους.

Συγχρόνως, μια ακόμη μεγάλη μεταρρύθμιση ήταν η αλλαγή του τρόπου χρέωσης των δημοτών, εφαρμόζοντας το δικαιότερο και ανταποδοτικό μοντέλο «πληρώνω όσο πετάω», με χρέωση ανάλογη με την ποσότητα των συλλεγόμενων υπολειμμάτων ανά δημότη. Και σε αυτή την περίπτωση, εφαρμόστηκε ένα αρκετά έξυπνο μοντέλο με διπλή χρέωση – μία σταθερή, που αντιστοιχεί στα τετραγωνικά μέτρα της κάθε οικίας ή καταστήματος για να καλύψει το κόστος των ελάχιστων διαδρομών συλλογής, και μια μεταβλητή, που αντιστοιχεί στη συχνότητα συλλογής των υπολειμμάτων από κάθε οικία ή κατάστημα. Έτσι, πληρώνεις λιγότερα τέλη, αν παράγεις λιγότερα υπολείμματα. Σημαντικό: όσοι κάνουν οικιακή κομποστοποίηση, έχουν έκπτωση 12%.

Ποια ήταν τα αποτελέσματα του προγράμματος:

  • Σε τέσσερα χρόνια (2012-2016), η χωριστή συλλογή αυξήθηκε στο 72% (από 48%), ενώ τα υπολείμματα μειώθηκαν από 313 κιλά ανά κάτοικο ετησίως το 2011 σε 126 κιλά ανά κάτοικο το 2015, περίπου 60% μείωση μέσα σε μόλις τέσσερα χρόνια! Μειώθηκε ωστόσο και η παραγωγή απορριμμάτων ανά κάτοικο, κατά 15%, μια πολύ μεγάλη επιτυχία, ιδίως για μια πόλη που έχει εύπορους κατοίκους και ψηλή κατανάλωση.
  • Τα συλλεγόμενα ξηρά ανακυκλώσιμα έχουν καλύτερη ποιότητα και μικρό ποσοστό επιμολύνσεων, έτσι αυξήθηκαν τα έσοδα από τη διάθεση τους από 0.8 εκ. ευρώ το 2013, σε 1.3 εκ. ευρώ το 2014.
  • Το κόστος συλλογής αυξήθηκε κατά 29.5%, αλλά τα συνολικά κόστη διαχείρισης μειώθηκαν κατά 1.3%.
2. Η περίπτωση της Besançon (Γαλλία)4

Ας δούμε όμως και μια πιο πρόσφατη περίπτωση, βιώσιμης διαχείρισης των βιοαποβλήτων στην πόλη Besançon  (Γαλλία), όπου η εφαρμογή ενός εκτεταμένου προγράμματος δημοτικής κομποστοποίησης που καλύπτει το 70% του πληθυσμού της, μείωσε την ετήσια παραγωγή απορριμμάτων κατά 30% σε μόλις έξι χρόνια.

Μια μεγάλη επιτυχία του προγράμματος κομποστοποίησης των οργανικών αποβλήτων ήταν η μείωση του κόστος καύσης κατά 800.000 ευρώ!

Ο συνδυασμός οικιακής κομποστοποίησης και αποκεντρωμένων κομποστοποιητών σε γειτονιές, καθώς και η εφαρμογή του «πληρώνω όσο πετάω», είναι όχι μόνο ένας έξυπνος τρόπος διαχείρισης που μειώνει τα κόστη, αλλά συγχρόνως κερδίζει κοινωνική αποδοχή και υποστήριξη από τους δημότες.

Το πρόγραμμα υλοποιείται σε 165 δήμους της περιοχής με πληθυσμό 224.000 κατοίκους και αποτελεί καλό παράδειγμα διαδημοτικής συνεργασίας, με την κεντρική διοίκηση της SYBERT (ανάλογη με το δικό μας ΕΔΣΝΑ).

Συνοπτικά αποτελέσματα του προγράμματος:

  • Η ετήσια παραγωγή υπολειμμάτων (για καύση) από 217 kg/ca το 2009, μειώθηκε σε 150 kg/ca το 2016
  • Η χωριστή συλλογή από 38%, το 2009 αυξήθηκε στο 58% το 2016
  • Το 2016, η χρέωση του κάθε δημότη ήταν 72 ευρώ ανά έτος, αρκετά χαμηλότερη από το μέσο όρο της Γαλλίας (89 ευρώ ανά έτος).
Συμπεράσματα

Η αποτελεσματικότερη, φιλική στο περιβάλλον, οικονομική και κοινωνικά αποδεκτή διαχείριση των βιοαποβλήτων, με δημιουργία θέσεων εργασίας θα πρέπει να συμβαδίζει και να ικανοποιεί τα ακόλουθα κριτήρια:

  • Ορθολογικό σχεδιασμό και ρεαλιστικό χρονοδιάγραμμα εφαρμογής.
  • Ριζική μεταρρύθμιση του μοντέλου συλλογής/μεταφοράς με οικονομικά αποδεκτούς όρους (το κόστος επένδυσης θα αποσβεστεί σε σύντομο διάστημα, λίγων ετών).
  • Σταδιακή οργάνωση χωριστής συλλογής βιοαποβλήτων με το σύστημα πόρτα-πόρτα ακόμη και σε περιοχές με μεγάλη πυκνότητα πληθυσμού.
  • Επιλογή ευέλικτων μοντέλων συλλογής/μεταφοράς και βελτιστοποίηση της σχέσης κόστους/οφέλους, με μείωση της συχνότητας συλλογής υπολειμμάτων.
  • Σταδιακή αλλαγή του τρόπου χρέωσης των δημοτών με εφαρμογή του «πληρώνω όσο πετάω».
  • Μεγιστοποίηση της συμμετοχής των δημοτών και των ποσοστών ανάκτησης με συνεχείς καμπάνιες ενημέρωσης.
  • Εφαρμογή αντικειμενικών τρόπων αξιολόγησης και άμεση λήψη διορθωτικών μέτρων.

 

References
  1. Greek Ministry of Environment, Energy and Climate Change (September 2015), National Waste Management plan
  2. European Commission – DG ENV (2015), Assessment of separate collection schemes in the 28 capitals of the EU – Final Report
  3. Zero Waste Europe (2016), The story of Parma
  4. Zero Waste Europe (2018), The story of Besançon